Τα μεταφρασμένα

Λογοτεχνία: Ανακρεόντειο 33

image 7

Το σκίτσο φιλοτέχνησε η μαθήτρια Αλεξάνδρα Καρβούνη

Τα Ανακρεόντεια είναι μια συλλογή 62 περίπου ελληνικών ποιημάτων που σώζονται στην Παλατινή Ανθολογία. Αρχικά αποδόθηκαν στον λυρικό ποιητή Ανακρέοντα που έζησε από το 572 έως το 485 π.Χ. περίπου. Υπήρξε ένας από τους σημαντικούς λυρικούς ποιητές της αρχαιότητας  και στα ποιήματά του συχνά υμνούσε τον έρωτα και το κρασί.

Τα ανακρεόντεια ποιήματα θυμίζουν πάρα πολύ τη στιχουργική τεχνοτροπία του Ανακρέοντα και τη θεματολογία του. Δεν υπάρχει ιδιαίτερο βάθος σε αυτά, αλλά είναι συχνά απολαυστικά. Μετά την πρώτη τους δημοσίευση από τον Στέφανο το 1554, έγιναν ευρέως αναγνωρισμένα ως έργα του Ανακρέοντα και συχνά  μεταφράστηκαν  και εκδόθηκαν ως «Ωδές του Ανακρέοντα». άσκησαν μεγάλη επιρροή στην ευρωπαϊκή λυρική ποίηση. 

Στις αρχές του 19ου αι. κατέστη σαφές  από τους μελετητές ότι όλα τα ποιήματα χρονολογούνται πολύ μετά την εποχή του Ανακρέοντα. Εμφανίζουν πολύ διαφορετικά επίπεδα τεχνικής επάρκειας και πρέπει να συντάχθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες μεταξύ περίπου του 1ου αι. π.Χ.  και του 5ου ή 6ου αι. μ.Χ.

Απ. 33

Μεσονυκτίοις ποτ’ ὥραις

στρέφετ’ ἡνίκ΄ ἄρκτος ἤδη

κατά  χεῖρα τήν Βοώτου,

μερόπων δέ φῦλα πάντα

κέαται κόπῳ  δαμέντα,

τότ’ ἔρως ἐπισταθείς μευ

θυρέων ἔκοπτ’ ὀχήας.

“τίς”  ἔφην “θύρας  ἀράσσει

κατά μευ σχίσας ὀνείρους;”

δ’ ἔρως “ἄνοιγε” φησίν, 

“βρέφος εἰμί, μή φόβησαι,

βρέχομαι δέ κἀσέληνον

κατά νύκτα πεπλάνημαι.”

ἐλέησα δέ ταῦτ’ ἀκούσας,

ἀνά δ’ εὐθύ λύχνον ἄψας

ἀνέῳξα καί βρέφος μέν 

ἐσορῶ φέροντα τόξον

πτέρυγάς τε καί φαρέτρην.

παρά δ’ ἱστίην καθίξας

παλάμαισι χεῖρας αὐτοῦ

ἀνέθαλπον, ἐκ δέ χαίτης

ἀπέθλιβον ὑγρόν ὕδωρ.

δ’,   ἐπεί κρύος μεθῆκε,

“φέρε” φησί “πειράσωμεν

τόδε τόξον, εἵ τι μοι νῦν

βλάβεται βραχεῖσα νευρή.”

τανύει δέ καί με τύπτει

μέσον ἧπαρ, ὥσπερ οἶστρος,

ἀνά δ’ ἅλλεται καγχάζων .

“ξένε” δ’ εἶπε “συγχάρηθι,

κέρας ἀβλαβές μέν ἡμῖν,

σύ δέ καρδίαν πονήσεις.”

————————————–

Κάποτε τα μεσάνυχτα

όταν η  Άρκτος κοιτάει  το χέρι του Βοώτη

κι όλες  των ανθρώπων οι φυλές

πλαγιάζουν δαμασμένες από το μόχθο,

τότε στην πόρτα μου στάθηκε ο έρωτας και τη χτυπούσε.

“Ποιος”, είπα, “την πόρτα μου με μανία τη χτυπά

 και διακόπτει  τ’ όνειρό μου;”

Και μου λέει ο έρωτας:

“Άνοιξε, ένα βρέφος είμαι, μη φοβάσαι.

Βρέχομαι στη ζοφερή τη νύχτα μέσα και περιπλανιέμαι”.

Τον λυπήθηκα σαν τον άκουσα.

Αμέσως το λυχνάρι άναψα κι άνοιξα.

Και βλέπω ένα βρέφος με φτερά

τόξο και φαρέτρα  να κρατά.

Στην παραστιά κοντά  τον έβαλα να κάτσει,

 τα χέρια του  μες στις παλάμες μου  τα ζέσταινα,

 απ’  τα μαλλιά του έσταζε το βρόχινο νερό.

 Κι αυτός όταν ζεστάθηκε:

“Ας δοκιμάσουμε αυτό το τόξο, λέει,

 μη χάλασε η χορδή απ’ τη βροχή”.

 Το τεντώνει και στην καρδιά με διαπερνά,

με τσίμπησε, με τρέλανε!

Χοροπηδάει και γελάει:

 “Φίλε, είπε, να χαίρεσαι μαζί μου,

 το τόξο μου άβλαβο είναι,

 όμως η καρδιά σου θα πονέσει”

Μετάφραση από τους μαθητές και τις μαθήτριες της Κατεύθυνσης Ανθρωπιστικών Σπουδών της  Γ΄Λυκείου: Αγγελική Ζυμαρικοπούλου, Παναγιώτα Καραγκούνη, Αλεξάνδρα Καρβούνη, Άννα Λειβαδιά, Γιάννης Μπίκος, Τάσος Μπίκος, Δάφνη Νικητάκη, Ιωάννα Παχή και Αντώνης Σκλήρης. Επιμέλεια: Μαλαμώ Σταμέλου