
Ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ γεννήθηκε το 1957 στο Λεσίνι του Μεσολογγίου. Αποφοίτησε από την Οδοντιατρική Σχολή Αθηνών.
Την τριετία 1987-1990 είχε την επιμέλεια βιβλιοκριτικής σελίδας στην εφημερίδα Η Πρώτη. Από τον Δεκέμβριο του 1990 και για τα επόμενα είκοσι χρόνια επιμελούνταν κάθε Τρίτη τη σελίδα του βιβλίου στην Καθημερινή, στην οποία και αρθρογραφεί. Είναι διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων. Υπήρξε μόνιμος συνεργάτης του περιοδικού Πολίτης από το 1978 και έως την παύση της έκδοσής του. Άρθρα και μεταφράσεις του έχουν δημοσιευτεί και στα περιοδικά «Η Λέξη», «Το Δέντρο», «Νέο Επίπεδο», «Τεχνοπαίγνιο», «Γαλέρα», «The Book’s Journal» «Ποιητική», «Χάρτης» κ.α.
Από το 1980 έχει εκδώσει τα βιβλία ποίησης «Αλγόρυθμος», «Η εκδρομή της Ευδοκίας», «Ο μέσα πάνθηρας», «Σήματα λυγρά», «Ο μάντης», «Οπόταν πλάτανος», «Ρήματα» (Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2010), «Μηλιά μου αμίλητη» και «Τρείς επὶ τρία: Εννιά ποιήματα για τον Χαλεπά, τον Θεόφιλο και τον Παπαδιαμάντη».
Επίσης, έχει εκδώσει έναν τόμο βιβλιοκριτικών με τίτλο «Ενδεχομένως – Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου», δύο τόμους υπό τον τίτλο «Υποθέσεις», με τις επιφυλλίδες του στην Καθημερινή της Κυριακής, το θεατρικό «Το μάγουλο της Παναγίας: Αυτοβιογραφική εικασία του Γεωργίου Καραϊσκάκη», το πεζογράφημα «Ο Χριστός στα χιόνια. Εφτά νύχτες στον κόσμο του Αντρέι Ταρκόφσκι».
Δεν πρέπει να παραλείψουμε και τη σημαντική του έκδοση για τα δημοτικά τραγούδια. Πρόκειται για τους τέσσερις πρώτους τόμους της σειράς «Πιάνω γραφή να γράψω…: Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι»: 1) «Όταν το ρήμα γίνεται όνομα: Η αγαπώ και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών» (Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου 2017). 2) «Το αίμα της αγάπης: Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση». 3) «Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα: Το ταξίδι του φιλιού και ο έρωτας σαν υπερβολή». Και 4) «Ο έρως και το έθνος: Οι φυλές, οι θρησκείες και η δημοτική ποίηση της αγάπης. Έλληνες, Βλάχοι, Μαύροι, Αρβανίτες, Τούρκοι» (τομ. Α΄). Όλα τα βιβλία του εκδίδονται από την «Άγρα».
Έχει μεταφράσει τον «Επιτάφιο Αδώνιδος» του Βίωνος του Σμυρναίου, τα ποιήματα του τόμου «Επιτάφιος λόγος : Αρχαία ελληνικά επιτύμβια επιγράμματα» και τα «Συμποτικά επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας». Έχει επίσης μεταφράσει τα ποιήματα της Σαπφώς για την παράσταση «Σαπφώ καταστερωμένη, ένα μουσικό αστροφυσικό ταξίδι» (Λόφος Νυμφών, 2023), τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου (ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, 2005), τους «Αχαρνείς» του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο, 2005), τις «Τρωάδες» (Θέατρο του Νέου Κόσμου, 2010), τον «Κύκλωπα» του Ευριπίδη και το ομότιτλο ειδύλλιο του Θεόκριτου (Φεστιβὰλ Αθηνών Επιδαύρου, 2017), τις «Θεσμοφοριάζουσες» (Φεστιβὰλ Αθηνών Επιδαύρου, 2018), την «Ιφιγένεια την εν Αυλίδι» του Ευριπίδη (ΚΘΒΕ, 2019, και Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, 2024) και την «Ελένη» επίσης του Ευριπίδη (ΚΘΒΕ, 2021 καὶ 2022).
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά (σε αφιέρωμα του περιοδικού Poesia του Μιλάνου, Νοέμβριος 2014), στα πολωνικά (η μετάφραση των Ρημάτων εκδόθηκε στο Γκντανσκ το 2014), τα αγγλικά, τα αλβανικά, τα αραβικά, τα ισπανικά (Pantelis Bukalas, En el exilio de la lengua, μετάφραση José Antonio Moreno Jurado, 2023), τα καταλανικά (στον τόμο La búsqueda del Sur, Βαρκελώνη, 2016), τα γαλλικά (στον τόμο Poètes grecs du 21e siècle, Παρίσι, 2017, και στο βιβλίο Pandelis Boukàlas, Phrases et autres recueils, μετάφραση Michel Volkovitch, 2023) και τα ρωσικά.
Το 2014, στο πλαίσιο της σειράς « Έλληνες ποιητές» της Καθημερινής, είχε την εκδοτική ευθύνη για τους τόμους με το έργο του Κ. Π. Καβάφη, του Γιώργου Σεφέρη, του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Νίκου Εγγoνόπουλου (εισαγωγή και ανθολόγηση).
Το 2018 έγινε διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Έχει τιμηθεί με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων 2024.
Πώς ξεκινήσατε το ταξίδι σας στη συγγραφή;
Στιχάκια άρχισα να γράφω όταν πήγαινα στην Γ΄ Γυμνασίου, ζούσαμε στην Πάτρα τότε, έναν μεσοσταθμό πριν ολοκληρωθεί η μετανάστευση της οικογένειάς μου στην Αθήνα. Το πρώτο μου βιβλίο με ποιήματα, ο Αλγόρυθμος, εκδόθηκε το 1980 και περιείχε ό,τι είχα γράψει μέχρι τότε και μου φαινόταν άξιο δημοσίευσης. Το πρώτο μου δημοσιογραφικό κείμενο, μια κριτική πολιτικού βιβλίου, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο Πολίτης την άνοιξη του 1979, όταν ήμουν φοιτητής.
Πώς θα προσδιορίζατε τα λογοτεχνικά είδη που υπηρετείτε;
Έχω γράψει ποιήματα, θεατρικά έργα και λίγα διηγήματα. Επιπλέον γράφω δοκίμια και κριτική λογοτεχνίας και μεταφράζω αρχαία ελληνική ποίηση, λυρική, τραγική και κωμική. Ουσιαστικά, μόνο με τη συγγραφή μυθιστορήματος δεν έχω ασχοληθεί.
Πώς περιγράφετε τη διαδικασία γραφής σας; Έχετε κάποια συγκεκριμένη ρουτίνα ή μέθοδο που ακολουθείτε;
Ρουτίνα υπάρχει μόνο στο δημοσιογραφικό γράψιμο. Εκεί και η έκταση του κειμένου είναι αυστηρά καθορισμένη αλλά και ο χρόνος παράδοσης του άρθρου. Στρώνεσαι λοιπόν στο κομπιούτερ (παλιότερα στη γραφομηχανή, κι ακόμα πιο παλιά στο χειρόγραφο), γράφεις, διαγράφεις και τυπώνεις οπωσδήποτε το κείμενό σου, για να το διαβάσεις με προσοχή. Γιατί η γυάλινη εικόνα του διαφέρει από τη χάρτινη και μπορεί να σε παραπλανήσει. Να σου ξεφύγει ένα λαθάκι ας πούμε, ακόμα και σοβαρούτσικο. Στην ποίηση δεν υπάρχει βέβαια ρουτίνα. Η Μούσα σε επισκέπτεται όταν θέλει αυτή, πάντως τουλάχιστον εμένα με επισκέπτεται κυρίως νύχτα. Εκείνο που αποφεύγω είναι να γράφω ποιήματα απευθείας στον υπολογιστή. Γράφω με το χέρι, και το ίδιο συμβαίνει και όταν μεταφράζω. Ο κόπος του χεριού είναι λογοτεχνικά λειτουργικός.
Ποιες είναι οι κύριες θεματικές που σας απασχολούν στα έργα σας και γιατί;
Δεν πρωτοτυπώ. Μετά τον Όμηρο ουδείς πρωτοτύπησε ως προς τη θεματική. Ο έρωτας, ο θάνατος και το ταξίδι, αυτά είναι τα μόνιμα θέματα. Ίσως το μόνο καινούριο είναι τα ποιήματα που μιλούν για την ίδια την ποίηση, σαν μια αυτοϊαματική μέθοδο, που όμως έχει στενά όρια. Προσωπικά την ποίηση την έχω ανάγκη για ν’ ανοίγω την πληγή, όχι για να την κλείνω.
Πώς θα περιγράφατε την εμπειρία σας από την ενασχόλησή σας με τα δημοτικά τραγούδια; Τι πιστεύετε ότι έχουν να προσφέρουν στην εποχή μας;
Διαβάζοντας και γράφοντας για τα δημοτικά τραγούδια έμαθα πάμπολλα πράγματα για τη νοοτροπία των παππούδων και των γιαγιάδων μας, για τη στάση τους απέναντι στον θάνατο, τον ξενιτεμό, τον έρωτα. Διαπίστωσα ότι για να μαθητεύσεις πλήρως στο σχολείο των δημοτικών πρέπει να μελετήσεις όσο το δυνατόν περισσότερες συλλογές και ανθολογίες. Αυτό που έχουν να προσφέρουν και σήμερα και στο μέλλον τα δημοτικά είναι η ποίησή τους η ίδια, η πλούσια και ευρηματική γλώσσα τους, και κυρίως το ανοιχτό μυαλό και η ανοιχτή καρδιά όσων τα δημιούργησαν. Χωρίς να το έχουν επιδιώξει, οι ανώνυμοι, ακτήμονες δημιουργοί των δημοτικών τραγουδιών είναι δάσκαλοί μας σε πολλά. Και χαίρομαι βλέποντας με πόση αγάπη και γνώση προσέρχονται στην παράδοση οι νεότερες γενιές που τη σπουδάζουν στα Μουσικά Σχολεία αλλά και στην ανώτατη εκπαίδευση, στη Θεσσαλονίκη και την Άρτα.
Ποιες δυσκολίες και ποιες χαρές κρύβει η επιμέλεια μιας έκδοσης; Τι θα λέγατε σε έναν νέο που επιθυμεί να γίνει επιμελητής;
Η επιμέλεια μιας έκδοσης, γλωσσική και τυπογραφική, όπως και η διόρθωση, είναι εξαιρετικά επίπονες δουλειές που απαιτούν να τους αφιερωθείς. Αν τις κάνεις χωρίς όρεξη, με το μισό μυαλό και με κρύα καρδιά, η απροθυμία σου θα αποκαλυφθεί πολύ γρήγορα. Οι δυσκολίες είναι πολλές και κάθε είδους. Εκτός των άλλων, θα πρέπει εσύ να αποφασίσεις για την ορθογραφία ορισμένων λέξεων που θα υιοθετήσεις, δεδομένου ότι τα λεξικά διχογνωμούν. Κτήριο ή κτίριο; Καινούργιος ή καινούριος; Αβγό ή αυγό; Χαρές; Σίγουρα δεν είναι οικονομικού χαρακτήρα. Χαίρεσαι ιδιαίτερα όταν, ψάχνοντας κατιτίς σε λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια, χάνεσαι με τις ώρες από λήμμα σε λήμμα. Χαίρεσαι επίσης αν ο συγγραφέας γράψει στον πρόλογό σου ένα θερμό ευχαριστώ, αναγνωρίζοντας ότι ωφέλησες το κείμενό του με τις παρεμβάσεις σου. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αυτοσχεδιάζεις σε λεπτά ζητήματα ερήμην του συγγραφέα. Του εκθέτεις το πρόβλημα, αν είναι σοβαρό, και το συζητάτε. Αν πάλι του έχει ξεφύγει κάποιο χοντρό λάθος, το διορθώνεις σιωπηρά. Δεν είναι ανάγκη «να του την πεις» χαιρέκακα.
Τι θα είχατε να πείτε στους συμμαθητές μας για το έργο του ερευνητή συγγραφέα;
Να ψάχνεις και να ξαναψάχνεις, αυτό κάνεις σαν ερευνητής. Να μη θεωρείς καμία πηγή εκ προοιμίου αδιάφορη ή ανίσχυρη αλλά και καμία επίσης εκ προοιμίου αυθεντική και αναμφισβήτητη. Και να κρατάς αμέσως σημείωση για κάτι που εντοπίζεις και το κρίνεις άξιο λόγου. Αν το παραβλέψεις, έστω και για μία μέρα, θα τραβάς έπειτα τα μαλλιά σου που δεν φρόντισες να απαθανατίσεις την ανεύρεσή του. Μπορεί να χρειαστεί να κατεβάσεις μια ντουζίνα βιβλία για να το ξαναπετύχεις.
Πόσο συναρπαστικό θεωρείτε το ταξίδι στην ελληνική γλώσσα;
Κάθε γλώσσα έχει να σου προσφέρει το δικό της ξεχωριστό ταξίδι. Το σπάνιο γνώρισμα της ελληνικής είναι ότι, στις διάφορες φάσεις της, έχει γραπτή ιστορία τριών χιλιετιών. Αυτό είναι μια εξαιρετική προίκα για μας, ταυτόχρονα όμως είναι και μια τεράστια ευθύνη. Δυστυχώς, στον δημόσιο χώρο κυκλοφορούν πολλές δημαγωγικές παραγλωσσικές θεωρίες, λόγου χάρη ότι «η ελληνική έχει εκατομμύρια λέξεις», ότι «είναι η μόνη νοηματική γλώσσα», ότι «από αυτήν γεννήθηκαν όλες οι άλλες γλώσσες του κόσμου», ότι καταλαβαίνουμε τα αρχαία τάχα επειδή «έχουμε γλωσσικά γονίδια» κτλ. Όλα αυτά είναι ανοησίες και συνήθως τα διαδίδουν άνθρωποι που δεν έχουν ανοίξει ούτε μία φορά ένα βιβλίο της προκοπής να διαβάσουν.
Το επάγγελμα σας εξασφαλίζει τον βιοπορισμό;
Βιοπορίζομαι ως δημοσιογράφος, ως διορθωτής και ως επιμελητής εκδόσεων. Η ποίηση και το θέατρο είναι αδύνατο να σε ζήσουν. Η πεζογραφία, όταν βέβαια κάνει κάποιος μπεστ σέλερ, σίγουρα έχει καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα, αλλά και πάλι δεν μπορείς να την εμπιστευτείς ως μοναδική πηγή εσόδων. Δεν είναι και τεράστια άλλωστε η ελληνική βιβλιοαγορά.
Πόσο εύκολο είναι ένα εκδοθεί ένα βιβλίο; Είναι δαπανηρό;
Και δαπανηρό είναι και δύσκολο. Πολλοί συγγραφείς, ιδιαίτερα ποιητές, αναγκάζονται να εκδώσουν το βιβλίο τους ιδίοις αναλώμασι, λόγω της απροθυμίας των εκδοτών. Από την άλλη, ορισμένοι εκδοτικοί οίκοι ειδικεύονται στο να εκδίδουν βιβλία με έξοδα του ίδιου του συγγραφέα, οπότε εκδίδουν σχεδόν οτιδήποτε, δίχως κανέναν σοβαρό έλεγχο, αρκεί να πληρωθούν για τις «υπηρεσίες τους. Όταν όμως καταντούν θολά τα κριτήρια έκδοσης, αναπόφευκτα θολώνουν και τα πράγματα στον κόσμο της λογοτεχνίας.
Ποιες οι αναγνωστικές σας προτιμήσεις;
Είμαι βουλιμικός στο διάβασμα. Η ποίηση, επώνυμη και ανώνυμη, αρχαία και νέα, είναι η σταθερή αγαπημένη μου. Αλλά και επιστημονική φαντασία διαβάζω, και καουμπόικα παλαιότερα, και αστυνομικά, και κόμικ. Και σχεδόν οτιδήποτε αφορά την αρχαιοελληνική γραμματεία και ιστορία. Αλλά και ένα σωρό αθλητικές ειδήσεις. Δεν πρέπει να είμαστε μονοκόμματοι και μονόχνοτοι, σε τίποτε.
Ποια η γνώμη σας για τη σημερινή εκπαίδευση και ιδιαίτερα για το Λύκειο;
Σίγουρα τα σημερινά βιβλία είναι πολύ καλύτερα από τα βιβλία της δικής μου εποχής. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Είναι εξαιρετικά λυπηρό να βλέπεις να απαξιώνεται συστηματικά η δημόσια εκπαίδευση, όπως άλλωστε και η δημόσια υγεία, και γενικά οτιδήποτε το δημόσιο, το κοινό. Χάρη σε φιλολόγους που πονούν τη δουλειά τους, και οι οποίοι είναι πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι νομίζουν οι συνήθεις κακοήθεις, με καλούν συχνά σε Γυμνάσια ή Λύκεια για να μιλήσω με τους μαθητές και τις μαθήτριες για την ποίηση, το δημοτικό τραγούδι, την κριτική λογοτεχνίας, την ιστορία, το Πολυτεχνείο, τη δημοσιογραφία. Διαπιστώνω εκεί την αγωνία και των εκπαιδευτικών και των εκπαιδευόμενων για τα σοβαρότατα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι σημερινές κοινωνίες, από την ανεργία έως την καταστροφή του περιβάλλοντος. Κακά τα ψέματα, εμείς οι παλαιότεροι δεν έχουμε πολλούς λόγους να περηφανευόμαστε για τον κόσμο που παραδίδουμε στους νέους ανθρώπους.
Ποια η γνώμη σας για τη σύνδεση του μαθήματος της Λογοτεχνίας με τις πανελλαδικές εξετάσεις;
Θα προτιμούσα να μη συνδέεται η λογοτεχνία με τις εξετάσεις, ώστε οι μαθητές και οι μαθήτριες να την προσεγγίζουν μόνο από τον δρόμο της απόλαυσης και της γνώσης. Ώστε να μην αποστηθίζουν μηχανικά τους καταλόγους των SOS που κυκλοφορούν στη μαθητική πιάτσα. Η λογοτεχνία είναι τέρψη, όχι κυνήγι βαθμών.
14. Φοβάστε την Τεχνητή Νοημοσύνη και τα επιτεύγματά της;
Τεχνοφοβικός δεν είμαι, φοβάμαι όμως τους ανθρώπους που έχουν στα χέρια τους την τεράστια δύναμη που ονομάζεται «Τεχνητή Νοημοσύνη». Η «ηθική των μηχανών» είναι η ηθική των δημιουργών τους, των ανθρώπων. Πολύ πριν μας τρομοκρατήσει το ενδεχόμενο να αυτονομηθούν τα ρομπότ από τους κανόνες χρηστής διαγωγής που τους εμφυτεύουμε, πρέπει να μας φοβίσει το πολύ πιο πιθανό ενδεχόμενο να αυτονομηθούν οι κατασκευαστές άνθρωποι από το δίκαιο και την ηθική. Μπορούμε άραγε να εμπιστευτούμε τύπους σαν τον Έλον Μασκ, έναν άπληστο αλαζόνα που πιστεύει ότι το χρήμα εξαγοράζει τα πάντα;
Πώς μπορεί κάποιος να ανακαλύψει το νόημα της ζωής σε έναν τόσο σύνθετο και περίπλοκο κόσμο;
Πιστεύω, και το λέω με κάθε ευκαιρία, ότι ο Διονύσιος Σολωμός είναι εθνικός μας ποιητής όχι μόνο επειδή έγραψε τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» αλλά και επειδή μας προίκισε με τον θαυμάσιο στίχο «Δεν το ’λπιζα να ’ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο». Δεν είναι ένα το νόημα της ζωής, δεν μας περιμένει κάπου ετοιμοπαράδοτο, ασφαλισμένο σε κάποιο ντουλάπι, σε κάποιον φωριαμό. Δίχως αγάπη, δίχως σεβασμό στις ανάγκες και τις επιθυμίες των άλλων, δικών μας και ξένων, δίχως πίστη και επιμονή στις αρχές μας, σίγουρα η ζωή μας φτηναίνει, συρρικνώνεται σε επιβίωση, απογυμνώνεται από αξίες. Είναι δώρο άπαξ ο βίος μας. Και έτσι πρέπει να το τιμάμε και να γευόμαστε.
Πώς βλέπετε τον ρόλο της λογοτεχνίας στη σύγχρονη κοινωνία; Πιστεύετε ότι μπορεί να επηρεάσει αλλαγές;
Μια φορά κι έναν καιρό, ο Σόλων, ένας από τους πατέρες της δημοκρατίας, παρενέβαινε πολιτικά στις εξελίξεις της πατρίδας του απαγγέλλοντας ποιήματά του στην αγορά της Αθήνας. Έτσι εγκαινιάστηκε το πρότυπο του ποιητή-πολίτη. Τον καιρό εκείνο η ποίηση ήταν μια δημόσια λειτουργία, οι ποιητές απάγγελλαν ή τραγουδούσαν τα ποιήματά τους στην αγορά, και είχαν όλοι το δικαίωμα και τη δυνατότητα να τους ακούσουν. Εδώ και αιώνες όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Την ποίηση και γενικά τη λογοτεχνία την προσεγγίζουμε πλέον διαβάζοντας, όχι ακούγοντας. Και διαβάζουμε κατά μόνας.
Μολαταύτα, κάτι διασώζεται από το αρχαίο καθεστώς της συλλογικής ακρόασης ποιημάτων, αφενός χάρη στην ωραία παράδοση που υπάρχει στον τόπο μας να μελοποιούνται έργα σπουδαίων ποιητών, αφετέρου χάρη στους τραγουδοποιούς υψηλού επιπέδου, όπως ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου τα τελευταία χρόνια ή ο Διονύσης Σαββόπουλος σε παλαιότερες δεκαετίες.
Σας ευχαριστώ από καρδιάς.
