
Ο Γιάννης Καλπούζος γεννήθηκε το 1960 στο χωριό Μελάτες της Άρτας και ζει μόνιμα από το 1983 στην Αθήνα.
Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, οι οποίες πλέον κυκλοφορούν σε έναν τόμο με τίτλο «Γιάννης Καλπούζος, Ποίηση 2000-2017», μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ» και τα μυθιστορήματα: «Σάος-Παντομίμα Φαντασμάτων», «Ιμαρέτ-Στη σκιά του ρολογιού», «Άγιοι και δαίμονες-Εις ταν Πόλιν», «Ουρανόπετρα-Όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος», «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου», «σέρρα-Η ψυχή του Πόντου», «γινάτι-Ο σοφός της λίμνης», «ἐρᾶν-Βυζαντινά αμαρτήματα» και «ραγιάς-Σε κανέναν και σε τίποτα».
Το μυθιστόρημά του «Ιμαρέτ», τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, ενώ μεταφράστηκε στα πολωνικά, στα τουρκικά, στα αραβικά, στα αλβανικά και στα αγγλικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι έχει ξεπεράσει τις 125.000 πωλήσεις. Το «Ιμαρέτ» κυκλοφορεί και σε εφηβικό μυθιστόρημα σε δύο τόμους (για παιδιά άνω των 10 ετών) με εικονογράφηση του σκηνογράφου Αντώνη Χαλκιά. Η ποιητική του συλλογή «Έρωτας νυν και αεί», ήταν υποψήφια στη βραχεία λίστα για το κρατικό βραβείο ποίησης στην Ελλάδα, ενώ η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος του πανεπιστημίου του Παλέρμο Ιταλίας. Το μυθιστόρημά του «Σέρρα-Η ψυχή του Πόντου» τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος Μικρασιατικού περιεχομένου για τα έτη 2016-2018 και μεταφράστηκε στα αλβανικά. Το «σέρρα» έχει ξεπεράσει τις 82.000 πωλήσεις. Τα μυθιστορήματά του «γινάτι-Ο σοφός της λίμνης» και «ἐρᾶν-Βυζαντινά αμαρτήματα», τιμήθηκαν με το Βραβείο Βιβλιοπωλείων Public το 2019 και το 2021 αντίστοιχα. Το μυθιστόρημά του «ραγιάς-Σε κανέναν και σε τίποτα» μεταφράστηκε στα αλβανικά. Ο Γιάννης Καλπούζος συμμετείχε σε συλλογικά έργα, διασκεύασε σε θεατρικό σενάριο τα μυθιστορήματά του «σέρρα-Η ψυχή του Πόντου» και «Ιμαρέτ», και έχει γράψει τους στίχους 80 τραγουδιών, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες στην Ελλάδα.
Τον Μάρτιο του 2023 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα με τίτλο «Καλντερίμι» και υπότιτλο «99 χρόνια στη Σαλονίκη» και το 2025 το μυθιστόρημα «Μεθυστής – Στα χώματα της Κρήτης».
Πώς ξεκινήσατε το ταξίδι σας στη συγγραφή;
Όλα συνέβηκαν με έναν τρόπο αργό και νομοτελειακό. Θαρρείς και με οδηγούσε κάτι, το οποίο αγνοούσα, και από κάποια στιγμή κι έπειτα με βοήθησε το δημιουργικό ηπειρώτικο πείσμα μου. Κατά καιρούς ήθελα να μάθω μουσική ή ζωγράφιζα. Ξεκινούσα κάτι, αλλά γρήγορα αποθαρρυνόμουν. Έγραφα και στιχάκια και τα έδειχνα σε φίλες και φίλους μου. Είχα από μικρός και την ευχέρεια να σκαρώνω ιστορίες. Κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι βρέθηκαν στη ζωή μου, περί τα τριάντα μου, με παρακίνησαν ν’ ασχοληθώ αρχικά με την ποίηση και το τραγούδι και στη συνέχεια με τον πεζό λόγο κι έτσι ανακάλυψα αφενός το κρυμμένο μου ταλέντο, αφετέρου την αγάπη μου για τη γλώσσα.
Χωρίς ταλέντο δεν μπορείς να γράψεις με τρόπο που η γραφή σου να γίνεται γοητευτική στον αναγνώστη. Όμως το ταλέντο είναι σαν το ακατέργαστο διαμάντι. Αν δεν το καλλιεργήσεις, αν δε μελετήσεις και δε δουλέψεις πολύ σκληρά θα μείνεις στο επίπεδο του λαϊκού παραμυθά παλαιότερων εποχών.
Ποιοι παράγοντες σας εμπνέουν στη σύνθεση των βιβλίων σας;
Η έμπνευση έρχεται μέσα από την ίδια τη ζωή. Από τη διαχρονικότητα όσων απασχολούν τον άνθρωπο και από το γεγονός ότι τα της ψυχής ελάχιστα έως καθόλου δεν έχουν αλλάξει στο διάβα των αιώνων.
Πώς θα προσδιορίζατε το λογοτεχνικό είδος που υπηρετείτε;
Γράφω κοινωνικά μυθιστορήματα με φόντο την Ιστορία. Άλλοι τα ονομάζουν ιστορικά μυθιστορήματα. Όμως δεν έχουν και μεγάλη σημασία οι προσδιορισμοί. Σημασία έχει το περιεχόμενο ενός βιβλίου σε οποιαδήποτε εποχή και αν διαδραματίζεται. Έχω γράψει και ποιήματα και διηγήματα και στίχους για τραγούδια. Προτιμώ να λέω ότι είμαι βοσκός των λέξεων.
Κάνετε προσχέδιο του έργου σας πριν αποφασίσετε να γράψετε ένα βιβλίο;
Έχω κάθε φορά την ανάγκη να προσχεδιάζω έστω και μερικώς. Να νιώθω ότι κάπου με οδηγεί το κείμενο που ξεκινώ. Ωστόσο γνωρίζω από την αρχή ότι τουλάχιστον κατά ενενήντα τοις εκατό το προσχέδιο θα ανατραπεί. Επειδή κατά την πορεία της γραφής γεννιούνται ιδέες πιο δυνατές και ουσιαστικές. Ζω το βιβλίο σκηνή προς σκηνή κι όπως συμπορεύομαι με τους ήρωες με οδηγούν, με πιάνουν, κατά κάποιον
τρόπο, απ’ το χέρι και μου δείχνουν τον δρόμο. Αναπτύσσονται κι άλλα ζητήματα και σε όλα οι ήρωες ενεργούν τρόπον τινά αυτόβουλα, δεν είναι οι μαριονέτες μου που τους καθοδηγώ. Ξανοίγεται μπροστά μου ένα πεδίο μάχης ιδεών, αντικρουόμενων, διαφορετικών, συγγενικών ή σε πλήρη αντίθεση με τη δική μου κοσμοθεωρία. Κάθε ήρωας και ένας άλλος νους και χαρακτήρας. Το προσχέδιο είναι σαν να φαντάζεσαι ότι σκαρφαλώνεις στο βουνό και κατά τη διαδικασία της γραφής να γίνεσαι πραγματικός ορειβάτης.
Περιέχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία τα βιβλία σας;
Οι ήρωες των βιβλίων μου είναι πλασμένοι με υλικά της εποχής που διαδραματίζεται η μυθοπλασία. Θα μπορούσε να είναι πρόσωπα τα οποία υπήρξαν κάποτε. Μεταφέρουν την ατμόσφαιρα, τις συνθήκες, τις νοοτροπίες, τις συμπεριφορές, τα ήθη και τόσα άλλα, γνωρίζοντας και σ’ εμένα άγνωστες πτυχές του εσωτερικού και εξωτερικού τους κόσμου.
Βεβαίως ένα βιβλίο, σε όποια εποχή και αν αναφέρεται, δεν παύει να είναι η πρόσληψη του κόσμου μέσα από τη ματιά του συγγραφέα. Εμφιλοχωρούν και με υπόγειες διαδρομές στην αφήγηση ή και στους μυθοπλαστικούς χαρακτήρες τα βιώματα. Να διευκρινίσω, ωστόσο, ότι με τον όρο «βίωμα» εννοώ ό,τι έχει υποπέσει στην αντίληψή μου∙ από τις αναγνώσεις μου έως τη διήγηση ενός παραμυθιού από τη γιαγιά μου, από το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα των ημερών μου μέχρι το απόσταγμα κάθε είδους τέχνης. Κι όλα αυτά διηθημένα μέσα μου και χωρίς να είναι αναγνωρίσιμο από πού προήλθε τι. Καθαυτό προσωπικά μου βιώματα αποφεύγω να καταχωρώ στα κείμενά μου, όπως και στοιχεία του χαρακτήρα μου.
Πώς περιγράφετε τη διαδικασία γραφής σας; Έχετε κάποια συγκεκριμένη ρουτίνα ή μέθοδο που ακολουθείτε;
Για μένα η γραφή αποτελεί μυσταγωγία. Πασχίζω να περιέλθω σε μια νοητική και ψυχική κατάσταση που υπερβαίνει τον καθημερινό μου εαυτό. Διαβάζω ποίηση, ακούω ηπειρώτικα τραγούδια και κλασική
μουσική, απομονώνομαι στον χώρο μου και βυθίζομαι στα εσώτερα της ζωής ώστε να προκαλέσω το Θείο πυρ και η Θεία μανία της έμπνευσης να με επισκεφτεί. Γι’ αυτό και γράφω μόνο στον χώρο μου.
Γράφω και πάντα νύχτα, αν και πολλές φορές με βρίσκει το πρωί, ενίοτε και το μεσημέρι, σκυμμένο στα χαρτιά μου ή στην οθόνη του υπολογιστή.
7. Ποιες είναι οι κύριες θεματικές που σας απασχολούν στα έργα σας και γιατί;
Μ’ ενδιαφέρει η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, ο σεβασμός, η φιλία, η κατανόηση του εφήμερου της ζωής μας και εξ’ αυτού η καταδίκη της αλαζονείας και των μικροπρεπών συμπεριφορών μας, η αισθητική απόλαυση της ζωής, η αγάπη, η πνευματικότητα, το ήθος, η αίσθηση του καθήκοντος, η ανταπόδοση της ευεργεσίας, η αθωότητα και η δύναμη του μητρικού φίλτρου. Επίσης οι αμφίρροπες φυσικές δυνάμεις, της ζωής και του χρόνου που πάντα συγκρούονται. Μ’ ενδιαφέρει ο Ελληνισμός και το παρελθόν.
«Κοιτάς μπροστά όταν δεν ξεχνάς από πού έρχεσαι», έγραφα στο «σέρρα-Η ψυχή του Πόντου». Οι ζωές των ανθρώπων του παρελθόντος εμπεριέχουν με έναν τρόπο το σήμερα και το αύριο. Αλιεύω από το θησαυροφυλάκιο της γνώσης και των εμπειριών του χθες για να φανεί πιο καθαρά το μέλλον.
Άλλωστε στο παρελθόν βρίσκονται πολλές από τις ρίζες μας. Εκεί ανακαλύπτει κανείς παραδείγματα προς μίμηση και συγχρόνως παθογένειες που ταλανίζουν ακόμη τον τόπο μας και τον λαό μας. Με ενδιαφέρει και το ράμμα της φυλής μας μέσα από τη γλώσσα, τη θρησκεία και τις νοοτροπίες. Το παρελθόν υπάρχει μέσα μας αλλά και στην καθημερινή μας ζωή ακόμη κι όταν δεν το αντιλαμβανόμαστε. Λέξεις που τις μιλάμε και δεν γνωρίζουμε από πού έρχονται και τι σημαίνουν. Αναπαράγονται και συμπεριφορές και ο τρόπος σκέψης με την παραδοσιακή διδαχή από γενεά σε γενεά, ακόμη και σε επίπεδο ιδεών και κοσμοαντίληψης. Το παρελθόν κτίζει την ατομική και τη συλλογική μας μνήμη.
Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που έχετε αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια της συγγραφής ή της έκδοσης των βιβλίων σας;
Όταν γράφω είμαι παρών με ό,τι συνθέτει τον ψυχισμό μου. Ζω εκεί, υποδύομαι όλους τους ρόλους, μεταπηδώ από τον χαρακτήρα του ενός ήρωα στον άλλο και με καταλαμβάνει όλος ο κύκλος των συναισθημάτων, ενώ μοιράζομαι τις έγνοιες, τα παθήματά τους και τόσα άλλα. Όλη αυτή η κυκλοθυμική διαδικασία είναι εξαντλητική.
Εξάλλου πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να εγκλωβιστείς στα γρανάζια της έρευνας, η οποία δεν τελειώνει ποτέ, κι άλλοτε να παρασυρθείς από προκαταλήψεις και ανεδαφικά στερεότυπα ή να πέσεις σε ιστορικά και παντός είδους ατοπήματα επειδή αλιεύεις πληροφορίες από λανθασμένες πηγές ή γιατί δε διασταύρωσες τις πληροφορίες σου ή και γιατί δε μελέτησες όσο και όπως έπρεπε. Επίσης να δώσεις πολύ μεγαλύτερη έκταση από όσο πρέπει σε ένα συνταρακτικό γεγονός κι έτσι να βαραίνει πάντα προς τα εκεί ολόκληρο το κείμενό σου. Θα χρειαζόταν πολύμηνο σεμινάριο δημιουργικής γραφής για να αναπτύξω όλους τους κινδύνους, τις προκλήσεις και τις παραμέτρους τους.
Όσον αφορά την έκδοση αντιμετώπισα, όπως οι περισσότεροι νέοι συγγραφείς, μεγάλες δυσκολίες στο ξεκίνημά μου, με απορρίψεις και προβληματικές συνεργασίες. Όμως με διέσωσε το πείσμα μου και η πίστη μου ότι άξιζε να διαγωνιστούν τα έργα μου στον λογισμό και στις ψυχές των αναγνωστών.
Το επάγγελμα σας εξασφαλίζει τον βιοπορισμό;
Σε ό,τι με αφορά βιοπορίζομαι από τα βιβλία μου εδώ και δώδεκα χρόνια. Όμως στη χώρα μας ελάχιστοι καταφέρνουν να ζουν απ’ τα βιβλία τους. Οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν κάποια άλλη εργασία, είτε ασχολούνται παράλληλα με μεταφράσεις και επιμέλειες κειμένων.
Πόσο εύκολο είναι ένα εκδοθεί ένα βιβλίο; Είναι δαπανηρό;
Στους αναγνωρισμένους συγγραφείς, χωρίς αυτό να είναι απόλυτο καθώς συμβαίνει και με πρωτοεμφανιζόμενους, τα έξοδα της κυκλοφορίας ενός βιβλίου τα αναλαμβάνει ο κατά περίπτωση εκδοτικός οίκος. Ανάλογα με την έκταση κυμαίνεται και το κόστος, από δύο έως τρία ευρώ κατά μέσο όρο.
Ποιες οι αναγνωστικές σας προτιμήσεις;
Καταρχάς διαβάζω ποίηση και πέρα από εκεί μυθιστορήματα, φιλοσοφικά κείμενα και καθαυτό ιστορικά βιβλία.
Έχετε κάποιον συγκεκριμένο αναγνώστη ή κοινό στο μυαλό σας όταν γράφετε; Πώς διαμορφώνετε τις ιστορίες σας ώστε να απευθύνονται σε αυτούς;
Πολλοί συγγραφείς υποστηρίζουν ότι δε σκέφτονται τον αναγνώστη όταν γράφουν. Όμως δε γίνεται να μην ξέρεις σε ποιους απευθύνεσαι. Από το πόσο δύσκολη γλώσσα χρησιμοποιείς, μέχρι τα θέματα με τα οποία κάθε φορά καταπιάνεσαι και την περιπλοκότητα της μυθοπλασίας. Κατά συνέπεια γνωρίζω πού απευθύνομαι, σε ποια κατηγορία αναγνωστών. Όμως δεν έχω κάποιον ή κάποιους συγκεκριμένους στον νου μου.
Από την άλλη αναπτύσσεται κατά τη γραφή ένας κρυφός και μακρόθεν διάλογος με τους αναγνώστες. Πώς θα εισπράξουν το ένα ή το άλλο ζήτημα; Θα μπουν στη θέση των μυθοπλαστικών ηρώων και όσων αντιμετωπίζουν; Θα επιτευχθεί ο στόχος να γεννηθούν κάθε φορά τα συναισθήματα ή οι προβληματισμοί που επιδιώκω; Πέρα από αυτά χρησιμοποιώ την πολυεπίπεδη γραφή, ώστε να φτάνουν τα βιβλία μου σε όσο περισσότερους αναγνώστες γίνεται. Δηλαδή να μπορεί να μείνει κανείς μόνο στη μυθοπλασία ή να σκύψει στον εκάστοτε κήπο της λογοτεχνίας και να ανακαλύψει όσα κρύβονται κάτω απ’ το προφανές.
Ποια η γνώμη σας για τη σημερινή εκπαίδευση και ιδιαίτερα για το Λύκειο;
Έχω την αίσθηση ότι απουσιάζει η λεγόμενη γενική παιδεία και ότι όλα εστιάζουν στην είσοδο στο πανεπιστήμιο. Ωστόσο δε γνωρίζω με λεπτομέρειες το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και ως εκ τούτου δεν μπορώ να έχω ξεκάθαρη άποψη.
Ποια η γνώμη σας για τη σύνδεση του μαθήματος της Λογοτεχνίας με τις πανελλαδικές εξετάσεις;
Θαρρώ ότι η λογοτεχνία πρέπει να αφεθεί στη γοητεία και στην αγωγή της ψυχής που προσφέρει και να μην εντάσσεται σε οποιαδήποτε μορφή εξετάσεων.
Φοβάστε την Τεχνητή Νοημοσύνη και τα επιτεύγματά της;
Με απασχολεί όσο και η λογοκλοπή. Ωστόσο δεν τη φοβάμαι. Σε κάθε περίπτωση η πολιτεία οφείλει να προστατέψει τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών σε οποιονδήποτε κλάδο, καλλιτεχνικό και μη. Συμπεριλαμβανομένων και όλων των έργων του παρελθόντος.
Πώς μπορεί κάποιος να ανακαλύψει το νόημα της ζωής σε έναν τόσο σύνθετο και περίπλοκο κόσμο; Και ποιους οδοδείκτες θα προτείνατε σε ένα νέο άνθρωπο σε μια τόσο ταραγμένη εποχή σαν τη δική μας;
Μόνο μέσα από την παρατήρηση και τον στοχασμό. Όπως έγραφα στο «ἐρᾶν Βυζαντινά Αμαρτήματα» ο άνθρωπος βρίσκει το φως όταν στρέφεται στο ἐρᾶν διά του οράν της ψυχής. Σας παραθέτω δύο
αποσπάσματα από το νέο μου μυθιστόρημα «Μεθυστής-Στα χώματα της Κρήτης»: «Πόσο συναρπαστική θα μπορούσε να είναι η εμπειρία της ζωής και πόσο την υπέσκαπταν οι άνθρωποι… Την πλάκωναν με μαύρα σκεπάσματα, με παγωμένα λιθάρια και θεόρατους βράχους. Τόσοι αιώνες και δε διάβηκαν απ’ το μοναστήρι της ψυχής. Δε γίνηκαν θυμίαμά της. Δεν ανακάλυψαν ότι τα «πολύ» του κόσμου κρύβονται σε ό,τι τρέφει την ψυχή, που ενδέχεται να είναι η ζεστασιά ενός γλυκού ανθρώπου δίπλα σου, το άγγιγμα της μάνας σου, οι μυρουδιές στα παιδικά τετράδια, η ηδύτητα της συζήτησης…» και «Ο μεγαλύτερος πλούτος στη ζωή είναι δυο μάτια που σε θωρούν με λαχτάρα». Κι αυτά τα μάτια μπορεί να είναι της μάνας, του πατέρα, της γιαγιάς, του αγαπημένου ή της αγαπημένης, του βρέφους…
Με δυο λόγια η ζεστασιά στις σχέσεις των ανθρώπων. Κι όλα να οδηγούν στην εσωτερική αρμονία.
Ποια η σχέση σας με τους ήρωες των βιβλίων σας; Ξεχωρίζετε κάποιον;
Συμπορεύομαι κατά τη διάρκεια της συγγραφής με τους μυθοπλαστικούς μου ήρωες δέκα έως και δεκαπέντε ώρες κάθε νύχτα, μια και τότε γράφω. Αποζητώ τη συντροφιά πολλών και αφότου ολοκληρωθεί η γραφή του βιβλίου στο οποίο πρωταγωνιστούν. Πλέον αποτελούν για μένα πρόσωπα που υπήρξαν στη ζωή μου και προτιμώ αρκετές φορές να επικοινωνώ νοερά μαζί τους από το να συναγελάζομαι με αδιάφορες παρέες ή να συμμετέχω σε εκδηλώσεις όπου περισσεύει η αισθητική ευτέλεια. Προσπαθώ να μοιάσω στον Παππού Ισμαήλ από το «Ιμαρέτ», ως προς την πραότητα, τη στωικότητα και τη σοφία του.
